παρενθετικά / στην άκρη /parɛnθeˈtika/ Adverb

English
aside
ไทย
พักไว้ก่อน

Example

  • Τράβηξε την κουρτίνα στην άκρη για να κοιτάξει έξω.
  • She pulled the curtain aside to look out.
  • Εδώ το 'στην άκρη' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική απόσταση.