Στοχάζομαι /stoˈxa.zo.me/ Verb
- English
- contemplate
- ไทย
- ครุ่นคิด
Example
- Στοχάζομαι (Σκέφτομαι / Αναλογίζομαι / Ζυγίζω) — Μετά από το τελευταίο meeting, η Μαρία στοχάζεται μια αλλαγή καριέρας.
- She is contemplating a career change.
- Το 'Στοχάζομαι' είναι πιο κομψό για επαγγελματικές αλλαγές.