στομάχι /stoˈmaχi/ ουσιαστικό

English
stomach
ไทย
ท้อง

Example

  • Μετά το βαρύ γεύμα, το στομάχι μου πονούσε λίγο.
  • Το εσωτερικό όργανο όπου γίνεται η πέψη των τροφών.