Στρατιώτης /stra.tiˈo.tis/ Noun
- English
- soldier
- ไทย
- นักสู้
Example
- Επισκέφθηκαν τους τάφους των Αμερικανών στρατιωτών που σκοτώθηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
- They visited the graves of US soldiers killed in the First World War.
- Η λέξη 'στρατιώτης' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.