ανατροπή / στρίψιμο /tvis-t/ Noun

English
twist
ไทย
หักมุม

Example

  • Έκανε ένα απότομο **στρίψιμο** στο τιμόνι και γλίστρησε.
  • She gave the lid another twist and it came off.
  • Εδώ το «στρίψιμο» είναι η φυσική κίνηση.