απογυμνώνω /a.po.ʝimˈno] Noun

English
strip
ไทย
เปลื้อง

Example

  • Έκοψε μια **λωρίδα** χαρτί για να τη χρησιμοποιήσει ως σελιδοδείκτη.
  • He cut a strip of paper to use as a bookmark.
  • Η λέξη 'λωρίδα' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή εδώ.