σχετικός /sxeˈtikos/ Adjective

English
relative
ไทย
สัมพัทธ์ / ญาติ

Example

  • Η σχετική αξία των δύο προτάσεων συζητήθηκε. (Η αναλογική αξία / Η συγκριτική αξία / Η εξαρτώμενη αξία)
  • The relative merits of the two plans were debated.
  • Εδώ τονίζεται η εξάρτηση της αξίας από το πλαίσιο.