Σχέση /sxeˈsi/ Noun
- English
- relation
- ไทย
- ความเกี่ยวเนื่อง
Example
- Οι διπλωματικές σχέσεις (σχέση / δεσμός / επαφή) μεταξύ των δύο χωρών έχουν ψυχρανθεί.
- The diplomatic relations between the two countries have soured.
- Στην πολιτική, το «σχέση» είναι το στάνταρ.