Συγκέντρωση Κεφαλαίων /siɣenˈdɾosi keˈfaleon/ Noun
- English
- fundraising
- ไทย
- การระดมทุน
Example
- Το ίδρυμα σχεδιάζει μια μεγάλη εκδήλωση **συγκέντρωσης κεφαλαίων** για τον Ιούνιο.
- The hospice is planning a major fundraising event for June.
- Εδώ το 'κεφάλαια' δίνει έμφαση στο ποσό.