συκώτι /siˈkoti/ Noun

English
liver
ไทย
ตับ

Example

  • Το συκώτι φιλτράρει τις τοξίνες από το αίμα. [Το συκώτι / Το ήπαρ / Το σπλάχνο]
  • The liver filters toxins from the blood.
  • Η πιο κοινή, καθημερινή λέξη.