Συμμετοχή /simːetɔˈxi/ Noun

English
participation
ไทย
การมีส่วนร่วม

Example

  • Η παράσταση είχε πολλή [Συμμετοχή / συμμετοχή / παρουσία] του κοινού.
  • The show featured a lot of audience participation.
  • Η 'Συμμετοχή' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.