Συμμετοχή /simːe̞ˈto̞χi/ Noun
- English
- involvement
- ไทย
- การมีส่วนร่วม
Example
- Η **συμμετοχή** της στην ομάδα ήταν καθοριστική για την επιτυχία του έργου.
- Her involvement in the project was crucial.
- Εδώ η «συμμετοχή» (συμμετοχή / δράση / ενεργός ρόλος) είναι θετική.