Συμμόρφωση /simorˈfosi/ Noun

English
compliance
ไทย
การปฏิบัติตามข้อกำหนด

Example

  • Η εταιρεία βρίσκεται σε πλήρη **συμμόρφωση** (Συμμόρφωση / Εναρμόνιση / Τήρηση) με τους νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς.
  • The company is in full compliance with the new environmental regulations.
  • Εδώ η 'συμμόρφωση' είναι ο επίσημος όρος.