Συμπεριφορά /bɪˈheɪvjər/ Noun

English
behaviour
ไทย
พฤติกรรม

Example

  • Οι μαθητές επιβραβεύτηκαν για την καλή τους [Συμπεριφορά] (Διαγωγή / Τρόπος / Πράξεις).
  • The children were rewarded for their good behaviour.
  • Στο σχολικό πλαίσιο, η 'διαγωγή' είναι πιο συχνή.