Τετριμμένο /te.triˈme.no/ Adjective

English
conventional
ไทย
ตามแบบแผน

Example

  • Προτιμούν την **συμβατική** ιατρική έναντι των ολιστικών εναλλακτικών.
  • They prefer conventional medicine over holistic alternatives.
  • Το 'συμβατικός' εδώ υποδηλώνει την ιατρική που διδάσκεται στα πανεπιστήμια.