Συμφωνητικό /simfoniˈtiko/ Ουσιαστικό

English
contract
ไทย
สัญญา

Example

  • Υπέγραψε το [συμβόλαιο] (σύμβαση / συμφωνητικό / ρήτρα) για τρία χρόνια.
  • She signed a three-year contract.
  • Το «συμβόλαιο» είναι η πιο κοινή λέξη για εργασία/επιχειρήσεις.