συνάδελφος /sinaˈðelfos/ Noun
- English
- colleague
- ไทย
- เพื่อนร่วมงาน
Example
- Ο/Η συνάδελφος (συνεργάτης / συνάσκηση / συντρόφου) με βοήθησε να τελειώσω την αναφορά.
- My colleague helped me finish the report.
- Το 'συνάδελφος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.