Συναρπαστικός /sinarpiˈstikos/ Adjective

English
exciting
ไทย
น่าตื่นเต้น

Example

  • Αυτή είναι μια συναρπαστική (οικοδομώντας / δημιουργώντας / θεμελιώνοντας) ευκαιρία για μένα.
  • This is an exciting opportunity for me.
  • Η λέξη 'ευκαιρία' δίνει θετικό τόνο.