Συναυλία /sinafˈli.a/ Noun

English
concert
ไทย
คอนเสิร์ต

Example

  • Αγοράσαμε εισιτήρια για τη ροκ συναυλία (δημιουργία / οργάνωση / διεξαγωγή) μήνες πριν.
  • We bought tickets for the rock concert months in advance.
  • Η ροκ μουσική είναι πολύ δημοφιλής στην Ελλάδα.