Σταθερότητα /stɐˈviˈti.ti/ Noun
- English
- consistency
- ไทย
- ความสม่ำเสมอ
Example
- Έδειξε μεγάλη Συνέπεια στο παιχνίδι της όλη τη σεζόν.
- She has played with great consistency all season.
- Εδώ η 'Συνέπεια' (με 'σ') είναι η πιο φυσική επιλογή για αθλητική απόδοση.