Χρηματοδοτώ / Ταμείο /xrimatʰoˈðo/ Noun

English
fund
ไทย
กองทุน

Example

  • Το ταμείο αρωγής για τις πλημμύρες έφτασε τον στόχο του.
  • The disaster relief fund reached its goal.
  • Εδώ το 'ταμείο' είναι η πιο φυσική επιλογή.