Τέλειος /ˈtelios/ AdjectiveEnglishperfectไทยเนี้ยบExampleΟι συνθήκες για την πεζοπορία ήταν **τέλειες** (άψογες / ολοκληρωμένες / άριστες).The conditions for the hike were perfect.Στα ελληνικά, το επίθετο κλίνεται στο γένος του ουσιαστικού.