ΤΕΛΕΙΩΜΑ /teliˈo̞ma/ Noun

English
ending
ไทย
ตอนจบ

Example

  • Οι ιστορίες του συνήθως έχουν ένα ευτυχισμένο [το τέλος] — σαν καλό Netflix binge-watch.
  • His stories usually have a happy ending.
  • Το 'τέλος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.