Τερματικός /tɛrminˈd͡zɪkos/ Noun

English
terminal
ไทย
เทอร์มินัล

Example

  • Άνοιξε ένας δεύτερος [Τερματικός Σταθμός] πέρυσι.
  • A second terminal was opened last year.
  • Η λέξη 'σταθμός' είναι απαραίτητη για σαφήνεια.