Θέρετρο /ˈθe.dro/ NounEnglishresortไทยรีสอร์ตExampleΠεράσαμε μια εβδομάδα στο ορεινό θέρετρο.We spent a week at a mountain resort.Το 'Θέρετρο' είναι η πιο φυσική επιλογή.