θόρυβος /θoˈriːvos/ Noun
- English
- noise
- ไทย
- สัญญาณรบกวน
Example
- Υπήρχε ένας τριγμός [βουητό / γουργουρητό / κρότος] που ερχόταν από τον κινητήρα.
- There was a rattling noise coming from the engine.
- Ο 'τριγμός' είναι πιο συγκεκριμένος, αλλά ο 'θόρυβος' καλύπτει την αίσθηση.