θρυμματίζω /θrimatiˈzo/ Ρήμα

English
shatter
ไทย
พังทลาย

Example

  • Το ποτήρι [θρυμματίστηκε] στο ξύλινο πάτωμα.
  • The vase shattered on the hardwood floor.
  • Εδώ το 'θρυμματίστηκε' (αόριστος) τονίζει το αποτέλεσμα.