Τμήμα /tmiːma/ NounEnglishsectionไทยส่วนExampleΤο τμήμα (τομέας / τομέας / τομέας) του δρόμου παραμένει κλειστό.That section of the road is still closed.Εδώ το 'τμήμα' δηλώνει φυσικό όριο.