τραυματίζω τραυματίζω Verb
- English
- injure
- ไทย
- บาดเจ็บ
Example
- Τραυματίστηκε στο γόνατο [πληγώνω / πληγώνω / τραυματίζω] — of: She injured her wrist during the tennis match.
- She injured her wrist during the tennis match.
- Το 'τραυματίζω' είναι το πιο άμεσο και συχνό για σωματική βλάβη.