τρίο /ˈtri.o/ Noun

English
trio
ไทย
ทรีโอ

Example

  • Το τρίο των Άγγλων δρομέων εμφανίστηκε στα 1.500 μέτρα γυναικών.
  • A trio of English runners featured in the women’s 1,500 metres.
  • Η λέξη 'τρίο' είναι άμεσος δανεισμός και χρησιμοποιείται ευρέως για μουσική/αθλητισμό.