τρίτος /ˈtri.tos/ Adjective

English
third
ไทย
ที่สาม

Example

  • Σήμερα είναι η **τρίτη** του Μαΐου.
  • Today is the third of May.
  • Η λέξη 'τρίτη' εδώ είναι θηλυκό, συμφωνώντας με τη 'μέρα'.