τρομοκρατώ /tɾomokɾaˈto/ Ρήμα

English
terrify
ไทย
ทำให้หวาดผวา

Example

  • Η δυνατή έκρηξη [τρομάζει] (τρομάζει/σοκάρει/πανικοβάλλει) τη γειτονιά.
  • The loud explosion terrified the neighborhood.
  • Το «τρομάζω» εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για ξαφνικό θόρυβο.