ΤΥΛΊΓΩ / ΤΥΛΊΞΩ /tiˈliɣo/ (Τυλίγω) Verb

English
wrap
ไทย
แร็ป (ในบริบทการจบงาน) / ห่อ (ในบริบทการบรรจุ)

Example

  • Πέρασε όλο το απόγευμα **τυλίγοντας** (ενεστώτας) τα χριστουγεννιάτικα δώρα.
  • He spent the evening wrapping up the Christmas presents.
  • Εδώ τονίζεται η διάρκεια της διαδικασίας.