Τζαμί /d͡ʒaˈmi/ Ουσιαστικό
- English
- mosque
- ไทย
- มัสยิด
Example
- Παλιά, πήγαινα με τον πατέρα μου στο τοπικό τζαμί (ισλαμικός ναός / τεκές / μαστζίντ) για την προσευχή.
- I used to pray at the local mosque with my father.
- Η λέξη «τζαμί» είναι η πιο κοινή και ουδέτερη.