υπερήφανος /ipeˈrifanos/ Adjective

English
proud
ไทย
ภูมิใจ

Example

  • Είναι πολύ [υπερήφανη] για την ακαδημαϊκή επιτυχία της κόρης της.
  • She is very proud of her daughter's academic success.
  • Η χρήση του 'για' (for) είναι απαραίτητη.