βασίλειο /vasiˈleʝo/ Noun
- English
- kingdom
- ไทย
- อาณาจักร
Example
- Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένα νησιωτικό κράτος. [Βασίλειο / Κράτος / Επικράτεια] — του: Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένα νησιωτικό κράτος.
- The United Kingdom is an island nation.
- Στα ελληνικά, το 'Ηνωμένο Βασίλειο' είναι η καθιερωμένη ονομασία.