βελόνα /veˈlona/ Ουσιαστικό

English
needle
ไทย
เข็ม

Example

  • Η ράφτρα πέρασε την κλωστή με ευκολία στη [βελόνα] της ραπτομηχανής.
  • She threaded the needle with ease.
  • Η ραπτική είναι μια τέχνη που απαιτεί σταθερό χέρι.