Βεβαίως /veˈvaɪos/ Adverb

English
surely
ไทย
แน่นอน

Example

  • Βεβαίως πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτό; (Πράγματι / Αναμφίβολα / Ασφαλώς)
  • Surely we should do something about it?
  • Εδώ το 'Βεβαίως' λειτουργεί ως έκκληση για δράση με υπονοούμενη συμφωνία.