Απαραίτητο /apaɾeˈitito/ ΕπίθετοEnglishvitalไทยจำเป็นอย่างยิ่งExampleΗ εμπιστοσύνη είναι [ζωτική] για μια υγιή σχέση.Trust is vital for a healthy marriage.Εδώ τονίζεται η θεμελιώδης ανάγκη.