ΣΥΝΔΡΑΜΩ /sindrɐˈmo/ Verb

English
assist
ไทย
ช่วยเหลือ / สนับสนุน

Example

  • Όποιος επιθυμεί να συνδράμει μπορεί να καλέσει αυτό το νούμερο.
  • Anyone willing to assist can contact this number.
  • Το 'συνδράμω' είναι πιο επίσημο και τονίζει τη συμμετοχή στην προσπάθεια.