Δημοτικός Σύμβουλος /ði.mo.tiˈkos simˈvu.los/ Noun

English
councillor
ไทย
สมาชิกสภา

Example

  • Η κυρία Άννα Ιωάννου, **Βουλευτής**, ψήφισε υπέρ του νέου προϋπολογισμού.
  • Councillor Ann Jones voted in favor of the new budget.
  • Το 'Βουλευτής' είναι το πιο συνηθισμένο για εκλεγμένο αξίωμα.