βρεγμένος /vreˈme.nos/ Adjective

English
wet
ไทย
เปียก

Example

  • Τα ρούχα μου είναι [βρεγμένα] από τη βροχή.
  • My clothes are wet from the rain.
  • Η λέξη 'βρεγμένος' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.