Βρίσκω /vriˈsko/ Verb

English
find
ไทย
ค้นพบ

Example

  • Σήμερα **βρήκα** (εντοπίζω / ανακαλύπτω / συναντώ) ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ στο πεζοδρόμιο.
  • I found a ten-dollar bill on the sidewalk today.
  • Η χρήση του αόριστου 'βρήκα' δείχνει την ολοκληρωμένη στιγμή της εύρεσης.