ύφασμα /ˈfifasma/ Noun

English
fabric
ไทย
ผ้า

Example

  • Διάλεξε ένα απαλό βαμβακερό [ύφασμα] για την κουβέρτα του μωρού.
  • She chose a soft cotton fabric for the baby's blanket.
  • Το «ύφασμα» εδώ είναι η πρώτη ύλη για ένδυση.