Υπόγειο /iˈpoɟio/ Noun

English
basement
ไทย
ห้องใต้ดิน

Example

  • Η θερμάστρα βρίσκεται στο **υπόγειο**.
  • The furnace is located in the basement.
  • Το 'υπόγειο' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.