Επικροτώ Επικροτώ Verb

English
endorse
ไทย
รับรอง

Example

  • Ο αρχηγός του κόμματος αρνήθηκε να [υποστηρίξει] τον υποψήφιο.
  • The party leader refused to endorse the candidate.
  • Εδώ το 'υποστηρίζω' είναι η πιο άμεση και ουδέτερη επιλογή.