Υπόθεση /iˈpoθesi/ Noun

English
assumption
ไทย
การคาดเดา

Example

  • Η δουλειά βασίστηκε στην ψευδή **υπόθεση** ότι είχαμε αρκετή χρηματοδότηση.
  • The plan was based on the false assumption that we had enough funding.
  • Εδώ το 'ψευδής' τονίζει την πλάνη της αρχικής σκέψης.