Βάση /ˈva.si/ Noun

English
premise
ไทย
ข้อตั้ง

Example

  • Η βασική [Υπόθεση] της επιχειρηματολογίας της είναι ελαττωματική.
  • The basic premise of her argument is flawed.
  • Εδώ το 'Υπόθεση' λειτουργεί τέλεια ως η αρχική θέση.