Ζημιά /ziˈmja/ Noun
- English
- damage
- ไทย
- ความเสียหาย
Example
- Η καταιγίδα προκάλεσε σοβαρή **ζημιά** στην οροφή. [Η καταιγίδα προκάλεσε σοβαρή **βλάβη** / **απώλεια** / **φθορά** στην οροφή.]
- The storm caused severe damage to the roof.
- Η πιο φυσική επιλογή για καιρικά φαινόμενα.