ζώνη /ˈzo.ni/ NounEnglishbeltไทยเข็มขัดExampleΈδεσε τη [ζώνη] (ζώνη / λουρί / ζωνάρι) πριν φύγει για τη δουλειά.He buckled his belt before leaving for work.Η 'ζώνη' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.